Θοδωρής
Μάγειρας και συνιδιοκτήτης. Μεγάλωσε στην κουζίνα της γιαγιάς του στον Τύρναβο και δούλεψε δέκα χρόνια σε εστιατόρια της Αθήνας πριν γυρίσει.
Ένα σπίτι του 1931, μια ελιά στη μέση της αυλής και τρεις γενιές που μαγείρευαν για τη γειτονιά.
Το Λιόφως πήρε το όνομά του από την ελιά της αυλής: το βράδυ, όταν ανάβουν τα φωτάκια ανάμεσα στα κλαδιά, τα φύλλα της γυαλίζουν ασημένια. Η γιαγιά Ευανθία το έλεγε «το φως της ελιάς».
Όταν γυρίσαμε στη Λάρισα το 2016, το σπίτι ήταν κλειστό είκοσι χρόνια. Κρατήσαμε τις πέτρες, τα ξύλινα δοκάρια και τη συνταγή για τα κεφτεδάκια. Όλα τα άλλα τα χτίσαμε από την αρχή, με τα χέρια μας και με τη βοήθεια των γειτόνων.
Ο προπάππους χτίζει το πέτρινο σπίτι με την αυλή και φυτεύει την ελιά που στέκεται ακόμα στη μέση της.
Η γιαγιά Ευανθία ανοίγει καφενείο με μεζέδες. Τα κεφτεδάκια της είναι ακόμα στο μενού, με την ίδια συνταγή.
Ο Θοδωρής και η Άννα επιστρέφουν στη Λάρισα και αποφασίζουν να ξαναζωντανέψουν το σπίτι.
Ανοίγουμε ως ταβέρνα-bistro, με ξυλόφουρνο, κάβα και 70 θέσεις μέσα και στην αυλή.
Συνεργαζόμαστε με 14 παραγωγούς της Θεσσαλίας και φιλοξενούμε γάμους, βαπτίσεις και εταιρικά δείπνα.
Λάδι από τα δικά μας δέντρα, λαχανικά από παραγωγούς που ξέρουμε με το όνομα, κρέας από τον Όλυμπο.
Ξυλόφουρνος, κάρβουνα από ξύλο ελιάς και μαγειρευτά που σιγοβράζουν από το πρωί.
Ενώνουμε τραπέζια για παρέες, φτιάχνουμε μερίδες για παιδιά και κρατάμε πάντα μια γωνιά για όσους έρχονται μόνοι.
Δώδεκα άνθρωποι στην κουζίνα και στη σάλα. Γνωρίστε τρεις από αυτούς.
Μάγειρας και συνιδιοκτήτης. Μεγάλωσε στην κουζίνα της γιαγιάς του στον Τύρναβο και δούλεψε δέκα χρόνια σε εστιατόρια της Αθήνας πριν γυρίσει.
Ζαχαροπλάστρια και η φωνή της σάλας. Φτιάχνει κάθε πρωί τα γλυκά και διαλέγει τα κρασιά της κάβας.
Ψήστης. Ανάβει τα κάρβουνα στις πέντε το απόγευμα και ξέρει ακριβώς πότε είναι έτοιμα, χωρίς θερμόμετρο.
Τα πρόσωπα και η ιστορία είναι φανταστικά, για τις ανάγκες του δείγματος.
Η αυλή, το τζάκι και ένα ποτήρι χύμα κόκκινο σας περιμένουν.